Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Πρόσωπα Γνωστά

Πόρτες κλειστές

Πόρτες κλειστές।

Μάταια χτυπάς να σου ανοίξουν।

Έξω χιονιάς και παγωνιά,

μέσα το τζάκι να ζεσταίνει।

Κι ούτε κατάλαβες,

πώς και γιατί σε κλείδωσαν απέξω।

Χτυπάς γερά,

φωνάζεις, δεν σ' ακούνε।

Μην περιμένεις,

πάρε τη βαριά।

Πόρτες που δεν ανοίγουνε τις σπάνε।

Πρόσωπα γνωστά
Πρόσωπα γνωστά,
κάθε μέρα σε κοιτάζουν
κι αν κάθε τόσο αλλάζουν,
ξέρεις ότι είναι τα ίδια।
Φορούν τα ίδια ψεύτικα χαμόγελα
κι εσύ χαμογελάς πικρά,
σαν πρόσωπο γνωστό,
που δεν κατάφερε ν' αλλάξει।



Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Ερείπια, ποιήματα, ΡΕΩ, 2010

Εξοφλήθη

Εξοφλήθη ο λογαριασμός της ΔΕΗ,
πιο δίπλα του ΟΤΕ παρατημένος,
στο τραπεζάκι της ΕΥΔΑΠ και τα κοινόχρηστα,
υπομονετικά περιμένουν τη σειρά τους.
Μέτρησες τα λεφτά σου και δεν φτάνουν.
Κι είναι στ' αλήθεια τραγικό:
Πληρώνεις μια ζωή λογαριασμούς
κι όλο καινούργιους πρέπει να πληρώσεις.
Σάμπως δεν είναι όλη η ζωή
ένας λογαριασμός
που κάθε μέρα
πρέπει να ξοφλάμε.


Αν

Αν γράφαμε ένα στίχο κάθε μέρα
ο πόλεμος άγνωστη λέξη θα γινόταν,
ο πόνος θα άλλαζε πλανήτη,
ο φθόνος θα αγκομαχούσε ξεψυχώντας,
η πλάση θα ντυνόταν γιορτινά,
τινάζοντας μακριά τη σκόνη της λύπης.

Αν γράφαμε ένα στίχο κάθε μέρα.
Αν φυτεύαμε ένα λουλούδι κάθε μέρα.
Αν τα συνθήματα φωνάζανε: Ειρήνη, αγάπη...

Μα με τα αν δεν γράφεται ιστορία.

Κραυγές, ποιήματα, Ιωλκός, 2009.

Αγαπώ

Αγαπώ τη ζωή για τις χαρές που μου δίνει,
αγαπώ τον έρωτα που μου γλυκαίνει τη ζωή,
αγαπώ τη φύση που με καλωσορίζει
με χίλιες δυο χαρούμενες φωνές.
Αγαπώ την αγάπη που μ' έμαθε ν' αγαπώ,
αγαπώ την ειρήνη που με κάνει να υπάρχω,
αγαπώ την ελπίδα που με μεθά,
αγαπώ τη θάλασσα που με δροσίζει.
Τα κύματα τα πόδια μου φιλούν.
Δεν με φοβίζει εμένα ο Ποσειδώνας,
απ' όλους του θεούς τρέμω τον Άρη.


Πίκρα
Κάθεσαι μόνος,
κοιτάς το γραφείο.
Στην πολυθρόνα αναπαύεται
μια τεράστια εφημερίδα.
Πόσο μεγάλωσαν οι εφημερίδες,
δεν προλαβαίνεις πια να τις διαβάσεις,
πόσο τις βάρυναν οι θλιβερές ειδήσεις.
Έξω γιορτή,
ο κόσμος γλεντά,
μα πως μπορείς να διασκεδάσεις;
Προχτές ακόμα
βομβάρδισαν τ' αδέρφια σου
και το μολύβι έλιωσε στο χέρι σου.
Μονάχα πίκρα και χολή
στάζει το ποιήμα.

Τα Παράταιρα, ποιήματα, 1997

Ποίηση

Η θλίψη του ήταν μεγάλη
τα μάτια του γέμισαν δάκρυα
που κύλησαν στα μάγουλά του.
Έπεσαν κάτω. Χάθηκαν
μέσα στη σκόνη.
Εκείνος πήρε ένα χαρτί.
Άφησε τα δάκρυα να στάξουν πάνω του.
Όταν σκούπισε τα μάτια του
στο χαρτί ήταν γραμμένο ένα ποιήμα.


Η φωτογραφία

Άνοιξε το συρτάρι, το ξανάκλεισε,
το άνοιξε πάλι με θυμό,
έβγαλε τη φωτογραφία της,
την έσκισε. Ηρέμησε.
Γύρισε το βλέμμα του.
Εκείνη ήταν πάλι μπροστά του.